του π.
Παύλου Παπαδόπουλου
Είμαστε κι εμείς άνθρωποι. Αδύναμοι, ευπαθείς, εμπαθείς...
Είμαστε κι εμείς αμαρτωλοί, κι ας είμαστε ιερείς, κι ας φοράμε τα μαύρα ράσα, κι ας στεκόμαστε μπροστά στην Αγία Τράπεζα.
Είμαστε κι εμείς άνθρωποι, με σάρκα και αίμα, με σκοτάδι και φως, με λάθη και σωστά, με πτώσεις και αναστάσεις.
Μην με βλέπεις ως υπεράνθρωπο. Με με θεωρείς αλάνθαστο. Με με λογαριάζεις ως άγιο.
Άνθρωπος είμαι κι εγώ που κάνω τον αγώνα μου, που ελπίζω στο έλεος του Θεού, που μετανιώνω για τις αστοχίες μου, που κλαίω για τα λάθη μου, που παγιδεύομαι στην εγωπάθεια, που προσπαθώ να δραπετεύσω από την καθωσπρέπεια και τον ηθικισμό, από το κυνηγητό της δόξας και της αναγνώρισης.
Άνθρωπος είμαι κι εγώ που ζητώ συμπόνοια και συγχώρεση, που ζητώ κατανόηση και παρηγοριά.
Γιατί όπως κι εσύ έχεις βάσανα έχω κι εγώ.
Γιατί όπως κι εσύ έχεις σκοτούρες και προβλήματα έχω κι εγώ.
Ως ιερέας ακούω εξομολογήσεις ανθρώπων. Πολλά λάθη, αμέτρητες αμαρτίες, κι όμως καλούμαι να διαβώ από μέσα τους χωρίς να κάνω στασίδι μου κάποια χωρίς να αφήσω την καρδιά μου να δει τον άλλον με απαξίωση και αποστροφή.
Ακούω, συμβουλεύω και μετά μένω μόνος μου.
Όλο αυτό το βάρος... όλες αυτές οι ζωές που ποθούν συγχώρεση την βρίσκουν.
Χωρίς τιμωρίες, χωρίς σκληρότητα, χωρίς κρατούμενα.
Φεύγουν ανάλαφροι οι άνθρωποι. Ξεκούραστοι. Κι εγώ μένω μόνος.
Μόνος να παλέψω μ' αυτά που πάσχω, μ' αυτά που άκουσα, μ' αυτά που μου παραδόθηκαν καθώς σιωπούσα με το πετραχήλι στο λαιμό μου.
Άνθρωπος όμως είμαι κι εγώ. Ιερέας, διάκονος των Μυστηρίων. Όχι Άγιος, όχι Δίκαιος, όχι Απαθής.
Είμαστε κι εμείς αμαρτωλοί, κι ας είμαστε ιερείς, κι ας φοράμε τα μαύρα ράσα, κι ας στεκόμαστε μπροστά στην Αγία Τράπεζα.
Είμαστε κι εμείς άνθρωποι, με σάρκα και αίμα, με σκοτάδι και φως, με λάθη και σωστά, με πτώσεις και αναστάσεις.
Μην με βλέπεις ως υπεράνθρωπο. Με με θεωρείς αλάνθαστο. Με με λογαριάζεις ως άγιο.
Άνθρωπος είμαι κι εγώ που κάνω τον αγώνα μου, που ελπίζω στο έλεος του Θεού, που μετανιώνω για τις αστοχίες μου, που κλαίω για τα λάθη μου, που παγιδεύομαι στην εγωπάθεια, που προσπαθώ να δραπετεύσω από την καθωσπρέπεια και τον ηθικισμό, από το κυνηγητό της δόξας και της αναγνώρισης.
Άνθρωπος είμαι κι εγώ που ζητώ συμπόνοια και συγχώρεση, που ζητώ κατανόηση και παρηγοριά.
Γιατί όπως κι εσύ έχεις βάσανα έχω κι εγώ.
Γιατί όπως κι εσύ έχεις σκοτούρες και προβλήματα έχω κι εγώ.
Ως ιερέας ακούω εξομολογήσεις ανθρώπων. Πολλά λάθη, αμέτρητες αμαρτίες, κι όμως καλούμαι να διαβώ από μέσα τους χωρίς να κάνω στασίδι μου κάποια χωρίς να αφήσω την καρδιά μου να δει τον άλλον με απαξίωση και αποστροφή.
Ακούω, συμβουλεύω και μετά μένω μόνος μου.
Όλο αυτό το βάρος... όλες αυτές οι ζωές που ποθούν συγχώρεση την βρίσκουν.
Χωρίς τιμωρίες, χωρίς σκληρότητα, χωρίς κρατούμενα.
Φεύγουν ανάλαφροι οι άνθρωποι. Ξεκούραστοι. Κι εγώ μένω μόνος.
Μόνος να παλέψω μ' αυτά που πάσχω, μ' αυτά που άκουσα, μ' αυτά που μου παραδόθηκαν καθώς σιωπούσα με το πετραχήλι στο λαιμό μου.
Άνθρωπος όμως είμαι κι εγώ. Ιερέας, διάκονος των Μυστηρίων. Όχι Άγιος, όχι Δίκαιος, όχι Απαθής.




