Όταν ένα
παιδί φεύγει από το σπίτι για να σπουδάσει και μετακομίζει από πόλη στην οποία
μεγάλωσε, οι γονείς συνειδητοποιούν ότι ήρθε η ώρα ή πλησιάζει (αν έχουν άλλο
παιδί ή παιδιά που ακολουθούν) για να ζήσουν το σύνδρομο «άδειας φωλιάς».
Καλούνται να ξαναδούνε τη σχέση τους χωρίς τα παιδιά, καλούνται να διαγράψουν
από την οικογενειακή καθημερινότητα μία σειρά συνηθειών και εργασιών που έχουν
να κάνουν με τα παιδιά, να μειώσουν την ποσότητα και το περιεχόμενο του
φαγητού, να συνηθίσουν στην απουσία. Ίσως μοιάζει υπερβολικός ο λόγος, αλλά η
αποχώρηση το παιδιού από το σπίτι είναι ένα είδος απώλειας του είδους της
σχέσης που και οι γονείς και εκείνο είχαν συνηθίσει, αλλά και την ίδια στιγμή
μια ευκαιρία ανα νοηματοδότησης της στην προοπτική της ελευθερίας.
Κάποιος θα μπορούσε να εγείρει μία ένσταση: αν το παιδί οικονομικά δεν είναι ανεξάρτητο, για ποια ελευθερία μιλάμε; Κι όμως, ένα παιδί το οποίο μετακομίζει κάνει ένα restart στη ζωή του και την ίδια στιγμή καλείται να διαχειριστεί χρόνο, χρήματα, επιλογές, σπουδές, διάθεση, καθημερινότητα και προοπτικές χωρίς να έχει από πάνω του το άγρυπνο βλέμμα του γονιού, την παρεμβατικότητα, την σκιά του. Δεν είναι μόνο για τον γονιό ο απογαλακτισμός από την παρουσία του παιδιού εύκολη υπόθεση. Είναι και για το παιδί. Μάλιστα, οι πειρασμοί για το παιδί είναι κάποτε μεγαλύτεροι. Αν έχει ζήσει σχετικά πειθαρχημένο, τώρα μπορεί να ζήσει αυτόνομο, να βάλει τα δικά του όρια, ακόμη κι αν οι γονείς του, σε τυχόν συζητήσεις, δεν συμφωνούν. Το παιδί καλείται να χτίσει το δικό του αξιακό σύστημα, να εξελίξει ή να ανατρέψει την ταυτότητα που δημιούργησε εντός της οικογένειάς του, για να μπορέσει πλέον να ενηλικιωθεί, να μάθει, ίσως αφού πάθει, για το πώς θα φτάσει το ίδιο στην δυνατότητα να οργανώσει τη δική του ζωή, να χτίσει αργότερα τη δική του οικογένεια.







