Δύσκολα θα βρεθεί άνθρωπος που να μην μπορεί να διηγηθεί
κάποια προδοσία που έζησε στην ζωή του. Ίσως δύσκολα να υπάρχει και άνθρωπος
που να μην έχει προδώσει. Δεν είναι απαραίτητο η προδοσία να έχει να κάνει με
την φιλία, τον έρωτα, τους άλλους. Κάποτε είναι ένα αίσθημα εγκατάλειψης,
συμβιβασμού ως προς τις ιδέες, τα όνειρα, τους στόχους. Οι περιστάσεις της ζωής
και οι ανάγκες, κάποια δειλία, ένα βόλεμα, ένας πειρασμός και ο άνθρωπος
βρίσκεται στη θέση της απολογίας ενώπιον του εαυτού του και όσων τον γνωρίζουν
γι’ αυτό που ήταν, γι’ αυτό που ήθελε να γίνει, για τον
κόσμο που ήθελε να χτίσει, για τις σχέσεις που ήθελε να κρατήσει, για όσα δεν
έζησε και ίσως δεν θα ζήσει.
Η
προδοσία έχει να κάνει με την συνειδητή ή, κάποτε και, ασυνείδητη επιλογή μας
να θέσουμε κάποια επιθυμία πιο πάνω από τις υποσχέσεις μας, πιο πάνω από τις σχέσεις
μας, πιο πάνω από όσους μας στήριξαν ή μας ακολούθησαν. Έχει να κάνει με την
δειλία μας να τηρήσουμε όσες υποσχέσεις δίνουμε στον εαυτό μας, στους άλλους,
στον Θεό. Η προδοσία είναι η διαρραγή της εμπιστοσύνης σ’ αυτούς που
αγαπήσαμε και ίσως αγαπούμε γι’ αυτό που ονομάζουμε συμφέρον, ευχαρίστηση,
εμπειρία, αναζήτηση του καινούργιου. Η προδοσία είναι το προτελευταίο στάδιο
της δειλίας να παλέψουμε για όποιον ή όποια αγαπάμε, για ό,τι κινεί την καρδιά
μας, για ό,τι υποσχεθήκαμε, κάποτε χωρίς επίγνωση. Το τελευταίο είναι ο
κυνισμός ή οι ενοχές.









