Ο Χριστός δεν έχει την ανάγκη μας, αλλά εμείς έχουμε τη δική Του.
Παράλληλα όμως γεννάται το
ακόλουθο ερώτημα, γιατί δεν εκκλησιαζόμαστε;
Τι είναι αυτό που μας κάνει να χαλαρώνουμε.
Πράγματι είναι θλιβερό να βλέπουμε ερειπωμένους ναούς
από την απουσία των μελών της εκκλησίας.
Μέλη της, με τη σφραγίδα της δωρεάς του Αγίου
Πνεύματος να χαλαρώνουμε σε τέτοιο βαθμό!
Ενώ στα υλικά αγαθά της εφήμερης ζωής κατορθώνουμε τα
ακατόρθωτα.
Σε χορούς και διασκεδάσεις τρέχουμε με ιδιαίτερη
επιθυμία, αλλά και ότι «σκουπίδι» αιωρείται στη πορεία μας, το κυνηγάμε
κολλώντας σαν στρείδι πάνω του.
Απολαμβάνουμε τις αισχρολογίες και απαράδεκτες εικόνες
των ηθοποιών, ευτελή τραγούδια και άλλες ανάλογες παροχές υπηρεσιών χωρίς καν
να βαρυγκωμούμε.
Ενώ όταν μιλάει ο Θεός, τότε αδιαφορούμε με το να
χασμουριόμαστε, να ξυνόμαστε, να ζαλιζόμαστε και άλλα ανάλογα φαινόμενα.
Παρατηρείται επίσης σε γήπεδα και ιπποδρόμους, μολονότι δεν υπάρχει στέγη ώστε να παρέχεται η ανάλογη προστασία από κρύο, ζέστη και βροχή, τρέχουμε με ιδιαίτερο μεράκι και πάθος….




Όταν ο Γέροντας έφυγε για μοναχός η μητέρα του είπε στους δικούς της ότι το γνώριζε από τη γέννησή του. Διηγήθηκε το εξής: «Όταν γέννησα τον Φραγκίσκο μου (αυτό ήταν το κοσμικό όνομά του) και ήμουνα ακόμη στο κρεββάτι με το μωρό δίπλα μου άνοιξε η στέγη και ένας φτερωτός νέος που έλαμπε άρχισε να ξεσκεπάζει το μωρό με πρόθεση να το πάρει. Όταν διαμαρτυρήθηκα μου είπε ότι γι’ αυτό ήρθε και αυτή είναι η “απόφαση”. Μου έδειξε σε ένα σημειωματάριο γραμμένη μια εντολή, ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρει το μικρό. Όταν αντιστάθηκα, ο Αγγελος μου έδωσε ένα πολύτιμο κόσμημα σε σχήμα σταυρού και μου πήρε το μωρό». Από τότε πίστευε ότι κάποτε ο Φραγκίσκος θα ακολουθούσε τον Χριστό.




