«Μα γιατί επιμένεις;».
Πόσες φορές δεν θέσαμε το ερώτημα αυτό στον εαυτό μας, στα παιδιά μας, σε
όσους βρίσκονται κοντά μας όταν βλέπουμε μία συμπεριφορά ή μία ιδέα να μην
επιτρέπουν την απαγκίστρωση, το νέο ξεκίνημα, την έξοδο από μία παγίδα
ζωής;
Βέβαια, το πείσμα δεν είναι
πάντοτε κακό. Ο πεισματάρης άνθρωπος, όταν βάζει κάποιον καλό στόχο και δίνει
όλες του τις δυνάμεις για να τον πετύχει, έχει πολλές πιθανότητες να χαρεί. Το
πείσμα λειτουργεί παραγωγικά. το πείσμα αποκαλύπτει δυνατότητες που υπάρχουν
εντός μας και που δεν τις γνωρίζουμε σε όλες τους τις εκφάνσεις. Το πείσμα
γίνεται παράδειγμα. Μας οδηγεί στην αλήθεια για το ποιοι μπορούμε να είμαστε
και όχι μόνο ποιοι φαίνεται ότι είμαστε.
Υπάρχει όμως και το
κουραστικό, το κάποτε καταστροφικό πείσμα. Είναι αυτό ενός εγωκεντρισμού που
γίνεται από την μία θυμός και από την άλλη εσωστρέφεια. Ο θυμός είναι ένδειξη
ότι θέλουμε να ικανοποιήσουμε επιθυμίες, χωρίς να εξετάσουμε αν μπορούμε και αν
μας ταιριάζουν.
Το πείσμα γίνεται συσσώρευση θυμού σε μία παρορμητική και επίμονη ενασχόληση με την επιθυμία, ώσπου ο άνθρωπος να μη λογαριάζει ούτε τους άλλους ούτε ποιος είναι. Έτσι ο άνθρωπος γίνεται και εσωστρεφής. Η εμμονή στην επιθυμία ή την ιδέα τον αυτοαπορροφά. Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί και δεν λογαριάζει ούτε το αν αξίζει ούτε το αν πρέπει. Συχνά δεν λογαριάζει ούτε τους άλλους. Ο πεισματάρης έχει κέντρο μόνο το «εγώ» του. Έτσι δεν ακούει κανέναν. Και λειτουργεί και αυτοκαταστροφικά και δυσκολεύει τη ζωή των άλλων.










