Όταν ήμουν διάκος, με είχε βάλει ο δεσπότης υπεύθυνο νεότητας σε μια
μεγάλη ενορία. Είχα σχετικό άγχος κι ανησυχία γιατί δεν είχα αναλάβει ξανά ένα
τέτοιο διακόνημα.
Εκείνο τον καιρό επίσης είχα πάρει μια
άδεια για Θεσσαλονίκη να δω κάποιους φίλους. Πήρα το αμάξι και λέω 'θα κάνω
στάση στα Μετέωρα να δω κανένα μοναστήρι εκεί'. Όντως. Αφού έφυγα και ήμουν στο
αυτοκίνητο, πριν βγω στην εθνική, έκανα κάπου στάση για καφέ.
Εκεί, σ' ένα δρόμο με στροφές -απ' ό,τι
θυμάμαι- είχε κι ένα υπαίθριο μανάβικο απ' αυτά με τα πολλά χρώματα των φρούτων
στα τελάρα που μπορεί να συναντήσει κανείς στην άκρη του Θεού.
Πάω προς το μανάβικο και σταματάει ένα
αυτοκίνητο με επισκοπικές πινακίδες, όχι κάτι σπουδαίο, και βγαίνει ο Σιατίστης
ο Παύλος με ζωστικό μονάχα, να ψωνίσει. Με βλέπει και μου λέει 'ε, πάτερ! Από
που είσαι; Ωραία φρούτα έχει εδώ"!
"Σεβασμιώτατε, του λέω, ψωνίζουν
οι δεσποτάδες απ' τα μανάβικα"; "Και ψωνίζουν και δοκιμάζουνε
πρώτα" μου απαντά με χαμόγελο.
Τότε, σκέφτηκα να τον ρωτήσω τι να κάνω
με τη νεότητα που είχα αναλάβει και το άγχος που μου είχε προκληθεί αφού ο
Σιατίστης ήτανε γνωστός για το έργο στον τομέα νεότητος που είχε παράξει στη
ζωή του. Έτσι κι έκανα.








